<span class="translation_missing" title="translation missing: el.search_results">Search Results</span>

Δεν βρίσκετε τη λέξη που ψάχνετε;

Προτείνετε μια λέξη!

Τυχαία λέξη

σκουμέν' (η)
  1. Σηκωμένη
  2. μτφ. προχωρημένη
    • -Η λ'τουργιά ήντου για τα καλά σκουμέν' άμα γύρ'σα στου σπίκ'